cultural management
Η πολιτιστική διαχείριση και διοίκηση (cultural management) αποτελεί ένα πεδίο που
πρόσφατα και σταδιακά αναδεικνύεται στην Ελλάδα ως επιστημονικό και επαγγελματικό πεδίο,
οδεύοντας σε μία θεσμική κατοχύρωση σε επίπεδο εκπαίδευσης και ανάπτυξης επαγγελματικών
δεξιοτήτων των πολιτισμικών διαχειριστών στους πολιτιστικούς οργανισμούς. Εξ ορισμού
διαθεματικό και διεπιστημονικό, καθώς συνδυάζει τις πολιτισμικές σπουδές με τη διοίκηση
επιχειρήσεων έχει εγείρει πλήθος προβληματικών και συζητήσεων σχετικά με τη μεταφορά των
πρακτικών, των τακτικών, της μεθοδολογίας και των εργαλείων της διοίκησης επιχειρήσεων στον
χώρο και τον κόσμο των τεχνών.
H εφαρμογή της πολιτιστικής διαχείρισης/διοίκησης στον τομέα των τεχνών και του
πολιτισμού καλύπτει ένα ευρύ φάσμα οργανισμών, ιδιωτικών και δημόσιων, κερδοσκοπικού και μη
χαρακτήρα, καθώς και ένα μεγάλο εύρος δραστηριοτήτων. Αποτελώντας ένα σύνθετο πεδίο
έρευνας και εφαρμογής που αφορά σε όλες τις εκφάνσεις της λειτουργίας ενός πολιτιστικού
οργανισμού, οι αρμοδιότητές του διευρύνονται και αλληλοπλέκονται με άλλες προσεγγίσεις και
πεδία, όπως τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, την πιο τεχνοκρατική διοίκηση
επιχειρήσεων και τις καλλιτεχνικές σπουδές, χωρίς να υπάρχει σαφής αυτοκαθορισμός αλλά και
ομόφωνη αποδοχή από τους εμπλεκόμενους (Deveraux, 2009: 155-156). Ωστόσο, οι πολιτιστικοί
οργανισμοί αναγνωρίζουν την επιτακτική ανάγκη για την κατάρτιση των επαγγελματιών στην
πολιτιστική διοίκηση και την εφαρμογή των αρχών αυτής με στόχο την αποτελεσματική επίτευξη
της αποστολής τους στο σύγχρονο περιβάλλον προκειμένου να καταστούν βιώσιμοι.
Ο στρατηγικός σχεδιασμός, η αποστολή και το όραμα των πολιτιστικών οργανισμών
διαμορφώνονται και προσαρμόζονται ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες τους, τις κοινωνικές,
οικονομικές και πολιτικές συνθήκες, και τις αντιλήψεις των ατόμων που συνιστούν τον οργανισμό.
Και ενώ ο ρόλος των πολιτιστικών οργανισμών παραμένει σε γενικές γραμμές σταθερός και αφορά
στην εκπαίδευση, την ενημέρωση και την ψυχαγωγία του κοινού του και τη διαφύλαξη και
προώθηση του περιεχομένου της γνώσης, ο τρόπος υλοποίησης των παραπάνω εξαρτάται από την
εσωτερική κατάσταση του οργανισμού και τις εξωτερικές συνθήκες.
Τις τελευταίες δεκαετίες, με τη διαμόρφωση ενός ψηφιοπαγκοσμιοποιημένου
περιβάλλοντος και την οικονομική, περιβαλλοντική και ανθρωπιστική κρίση, οι πολιτιστικοί
οργανισμοί αντιλαμβάνονται από τη μία ότι ο ρόλος τους στη διαμόρφωση μίας δημοκρατικής,
ανοιχτής κοινωνίας φιλικής προς το φυσικό περιβάλλον είναι πιο κρίσιμος από ποτέ και από την
άλλη ότι θα πρέπει να ανασυγκροτήσουν τις δυνάμεις τους και να επαναθεωρήσουν τη λειτουργία
τους προκειμένου να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν σε ένα πολιτισμικά ανταγωνιστικό περιβάλλον
με πληθώρα και ποικιλία επιλογών. Ταυτόχρονα, με τη μείωση των κρατικών κονδυλίων για τον
πολιτισμό και την πτώση της ελεύθερης αγοράς, η βιωσιμότητα και η αυτοδυναμία των
οργανισμών αναδείχτηκε σε κρίσιμο αίτημα που συχνά παρουσιάστηκε ως αντιθετικό στην
καθιερωμένη λειτουργία και ορισμό των μουσείων ως “ναών γνώσης” με αμιγώς εκπαιδευτικό
χαρακτήρα. Η στροφή σε μία ορθολογική διαχείριση πόρων και σε μία επιχειρησιακή αντίληψη των
πολιτιστικών οργανισμών αποτέλεσε το ζητούμενο των τελευταίων δεκαετιών, με σταθερή την
προβληματική για τη διατήρηση του κοινωφελούς ρόλου τους. Η διελκυστίνδα αυτή συχνά
ενσωματώνει αντιθετικές αντιλήψεις για την αποστολή και τη λειτουργία του οργανισμού που
εκφράζονται με διαφορετική δυναμική στον ίδιο οργανισμό κατά περιόδους. Η προβληματική αυτή
εντείνεται στην περίπτωση των Μουσείων, ενός θεσμού παραδοσιακά συνδεδεμένου με τη γνώση
και την επιστήμη.
Το Διεθνές Συμβούλιο των Μουσείων (ICOM - International Council of Museums) όριζε το
2007 και έως το 2019 το Μουσείο ως «τον μόνιμο θεσμό, χωρίς κερδοσκοπικό χαρακτήρα, στην
υπηρεσία της κοινωνίας και της ανάπτυξής της, ανοιχτό στο κοινό, ο οποίος αποκτά, συντηρεί,
μελετά, κοινοποιεί και εκθέτει υλικές μαρτυρίες του ανθρώπου και του περιβάλλοντός του με
σκοπό τη μελέτη, την εκπαίδευση και την ψυχαγωγία» . Στον παραπάνω ορισμό, οι φράσεις «στην
υπηρεσία της κοινωνίας», «ανοιχτό στο κοινό» και «ψυχαγωγία» αποτελούν ενδεικτικά σημεία του
ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα του ορισμού και της κατεύθυνσης που πήραν τα μουσεία από τη
δεκαετία του 1970 και έπειτα, με κορύφωση την εισαγωγή της έννοιας του μεταμουσείου το 2007
από την Hooper-Greenhill, που αντιλήφθηκε τα μουσεία ως διαδικασία και εμπειρία και εστίασε
περισσότερο στη χρήση και λιγότερο στη συσσώρευση των αντικειμένων προτάσσοντας ως
προτεραιότητα την επικοινωνία με το κοινό (Παπούλιας & Τσίτου, 2014: 9-10). Το 2019 το ICOM,
αντιλαμβανόμενο ότι «τις τελευταίες δεκαετίες, τα μουσεία έχουν μετασχηματίσει ριζικά,
προσαρμόζουν και επανεφεύρουν τις αρχές, τις πολιτικές και τις πρακτικές τους σε βαθμό που ο
ορισμός του μουσείου του ICOM να φαίνεται πλέον ότι δεν αντικατοπτρίζει τις προκλήσεις και τα
πολλαπλά οράματα και ευθύνες», απηύθυνε πρόσκληση στα μέλη και τα άλλα ενδιαφερόμενα
μέρη να συμμετάσχουν στη δημιουργία ενός νέου, πιο σύγχρονου ορισμού.
Άρης Μάντζιος - well grow


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου